Άρθρο 108(3) ΣΛΕΕ και “standstill”
Γιατί απαγορεύεται η εφαρμογή νέας ενίσχυσης πριν από έγκριση; Τι μπορούν να κάνουν οι ανταγωνιστές και τα εθνικά δικαστήρια;
ΚΡΑΤΙΚΈΣ ΕΝΙΣΧΎΣΕΙΣ -STATE AID LAW
1 λεπτά ανάγνωσης
Υπάρχει ένα σημείο στο δίκαιο κρατικών ενισχύσεων που, αν το χάσεις, μπορεί να σε κυνηγά για χρόνια: η υποχρέωση standstill του άρθρου 108(3) ΣΛΕΕ. Με απλά λόγια, όταν ένα μέτρο είναι νέα κρατική ενίσχυση που πρέπει να κοινοποιηθεί, το κράτος δεν επιτρέπεται να το εφαρμόσει πριν το “ok” της Επιτροπής. Αυτό δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Είναι κανόνας με άμεσο αποτέλεσμα, δηλαδή μπορεί να τον επικαλεστεί ιδιώτης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, ώστε να “παγώσει” ή να αναστραφεί μια παράνομη εφαρμογή.
Το σημαντικό είναι ότι το standstill δεν λειτουργεί όπως το “περιμένουμε λίγο να εγκριθεί”. Είναι μια πραγματική απαγόρευση: μην πληρώσεις, μην εφαρμόσεις, μην δώσεις το πλεονέκτημα μέχρι να κλείσει η διαδικασία. Και αν το δώσεις, το σύστημα έχει μηχανισμούς να επαναφέρει τα πράγματα, ακόμη κι αν αργότερα η Επιτροπή αποφασίσει ότι η ενίσχυση ήταν συμβατή.
Γιατί το standstill είναι τόσο αυστηρό
Η λογική είναι πρακτική. Αν μια επιχείρηση πάρει το πλεονέκτημα σήμερα, έχει ήδη διαμορφώσει τους όρους ανταγωνισμού στην αγορά. Γι’ αυτό ο κανόνας είναι προληπτικός: προτιμά να κρατήσει τον ανταγωνισμό “καθαρό” μέχρι να κριθεί η ενίσχυση.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που το δίκαιο της Ένωσης δίνει ρόλο στα εθνικά δικαστήρια. Τα εθνικά δικαστήρια καλούνται να εξασφαλίσουν ότι ο κανόνας δεν μένει θεωρητικός. Όταν διαπιστώνεται παραβίαση, η νομολογία και η πρακτική οδηγούν σε πραγματικά μέτρα προστασίας, όχι σε “συμβολική” αποκατάσταση.
Τι σημαίνει “παράνομη ενίσχυση” στην πράξη
Εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση. Μια ενίσχυση μπορεί να είναι “καλή” πολιτικά ή ακόμη και να καταλήξει “συμβατή” ουσιαστικά. Αν όμως εφαρμόστηκε χωρίς να τηρηθεί το άρθρο 108(3), τότε είναι παράνομη ως προς τη διαδικασία. Αυτό και μόνο αρκεί για να ενεργοποιήσει έννομες συνέπειες και δικαστικές ενέργειες.
Τι μπορούν να κάνουν τα εθνικά δικαστήρια όταν κάποιος προσφύγει
Ο ανταγωνιστής ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το εθνικό δικαστήριο να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του standstill. Η νομολογία και η σχετική ανάλυση στα συγγράμματα δείχνουν ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να καταφύγουν σε ασφαλιστικά ή ενδιάμεσα μέτρα, ειδικά όταν χρειάζεται γρήγορη προστασία.
Η Επιτροπή, σε καθοδήγηση για την εφαρμογή του δικαίου κρατικών ενισχύσεων από εθνικά δικαστήρια, έχει προκρίνει σε πολλές περιπτώσεις ένα πολύ πρακτικό εργαλείο: όταν υπάρχει εύλογη prima facie πεποίθηση ότι πρόκειται για παράνομη ενίσχυση, η πιο αποτελεσματική λύση μπορεί να είναι να μπει το ποσό σε blocked account, ώστε να μην παραμένει στη διάθεση του δικαιούχου όσο εκκρεμεί η ουσία.
Το σημαντικό εδώ είναι ότι το standstill δεν “θεραπεύεται” απλώς με τόκο αν τα χρήματα μείνουν στα ταμεία του δικαιούχου. Η σκέψη είναι προφανής: αν δεν υπήρχε η παράνομη ενίσχυση, η επιχείρηση δεν θα είχε αναγκαστικά το ίδιο κεφάλαιο διαθέσιμο με τους ίδιους όρους, άρα η απλή επιβάρυνση με τόκους δεν ισοδυναμεί με πραγματική συμμόρφωση.
Και αν η Επιτροπή τελικά εγκρίνει την ενίσχυση;
Εδώ είναι το σημείο που πολλοί παρεξηγούν. Το ότι η Επιτροπή μπορεί αργότερα να κρίνει την ενίσχυση συμβατή δεν σημαίνει ότι η παραβίαση του standstill “εξαφανίζεται μαγικά”. Το σύστημα θέλει να αποκαταστήσει την περίοδο της παρανομίας. Η νομολογία (όπως αναλύεται και στη βιβλιογραφία) έχει οδηγήσει σε λύσεις όπου, ακόμη και αν δεν απαιτείται τελικά πλήρης ανάκτηση λόγω μεταγενέστερης συμβατότητας, μπορεί να παραμένει υποχρέωση για illegality interest για το διάστημα που ο δικαιούχος είχε παράνομα το πλεονέκτημα.
Συμπέρασμα
Το άρθρο 108(3) δεν είναι “γραφειοκρατία”. Είναι ο μηχανισμός που κρατά την αγορά σταθερή μέχρι να κριθεί το μέτρο. Αν παραβιαστεί, οι συνέπειες μπορεί να είναι άμεσες, ακόμη κι αν το μέτρο είναι ουσιαστικά υπερασπίσιμο.
